Παγκόσμιες κλινικές συστάσεις για την κυστίνωση
Σχεδιασμένες για να προσφέρουν πρακτικές συμβουλές για τη βελτίωση των κλινικών αποτελεσμάτων σε εφήβους και ενήλικες που ζουν με τις πολυοργανικές επιπτώσεις της κυστίνωσης.
Σχεδιάστηκαν για να προσφέρουν πρακτικές συμβουλές για τη βελτίωση των κλινικών αποτελεσμάτων σε εφήβους και ενήλικες που ζουν με τις πολυοργανικές επιπτώσεις της κυστίνωσης.
Οι συστάσεις διατυπώθηκαν από ομάδα διεθνών κλινικών ιατρών με εμπειρία στη διαχείριση της κυστίνωσης. Στόχος τους είναι να υποστηρίξουν τους ειδικευμένους και μη ειδικευμένους επαγγελματίες υγείας στην καθημερινή τους κλινική πρακτική για τη θεραπεία νεαρών ενηλίκων και ενήλικων ασθενών με κυστίνωση.1 Για λόγους απλούστευσης, ο όρος «ενήλικας» που χρησιμοποιείται συμπεριλαμβάνει και τις δύο ηλικιακές ομάδες.
Εκτός από τις συγκεκριμένες συστάσεις που διατυπώνονται εδώ, όλοι οι επαγγελματίες υγείας που περιθάλπουν ενήλικες με κυστίνωση θα πρέπει να εξετάζουν κάθε μεμονωμένο περιστατικό µε βάση τα δικά του χαρακτηριστικά. Ενθαρρύνουμε τη μελετημένη και έγκαιρη μετάβαση των εφήβων ασθενών στις υπηρεσίες ενηλίκων.2
Προσδιορίσαμε συστάσεις που υποστηρίζονται από τεκμηριωμένες κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες και πρόσθετα δημοσιευμένα δεδομένα. Ωστόσο, όπου δεν υπάρχουν τέτοια στοιχεία, προσφέρουμε καθοδήγηση που βασίζεται στη συλλογική γνώμη των ειδικών.
Εδώ υπάρχει ένας οδηγός πλοήγησης που σας βοηθά να προσανατολιστείτε όσον αφορά τις κλινικές συστάσεις.
Κάντε κλικ στα εικονίδια με τον φακό για να δείτε περισσότερες λεπτομέρειες.
Επιλέξτε τα γκρίζα πλαίσια για να δείτε τη σχεδιασμένη διαδρομή
Κλινική καθοδήγηση & ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ για την κυστίνωση
Οι οδηγίες KDIGO1 ακολουθούνται τόσο διεθνώς όσο και στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών. Ωστόσο, σας συνιστούμε να συμβουλευτείτε και άλλες διεθνείς συστάσεις, εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες και άλλες πηγές, όπως:
- Νεφροπαθητική κυστίνωση: ένα έγγραφο διεθνούς συναίνεσης2
- Ειδικές κατευθυντήριες γραμμές για ενήλικες και έφηβους ασθενείς3
- Ειδικές συστάσεις για τη διαχείριση της οστικής νόσου4
Βιβλιογραφικές αναφορές:
- Langman, C. B. et al. Controversies and research agenda in nephropathic cystinosis: conclusions from a ‘Kidney Disease: Improving Global Outcomes’ (KDIGO) Controversies Conference. Kidney Int 89, 1192–1203 (2016).
- Emma, F. et al. Nephropathic cystinosis: an international consensus document. Nephrol Dial Transplant 29 Suppl 4, iv87-94 (2014).
- Ariceta, G. et al. Cystinosis in adult and adolescent patients: Recommendations for the comprehensive care of cystinosis. Nefrologia 35, 304–321 (2015).
- Hohenfellner, K. et al. Management of bone disease in cystinosis: Statement from an international conference. J Inherit Metab Dis 42, 1019–1029 (2019).
Γενικές εκτιμήσεις κατά τη θεραπεία ενός ασθενούς με κυστίνωση
Η κυστίνωση είναι μια σπάνια πολυσυστηματική διαταραχή με συνολικά ποσοστά εμφάνισης που αναφέρονται στη Γαλλία, τη Δανία, τη Σουηδία, τη Γερμανία και την Αυστραλία μεταξύ 1:115.000 και 1:260.000 γεννήσεις ζώντων.1,2 Λόγω της σπανιότητάς της, μπορεί να υπάρχει έλλειψη ευαισθητοποίησης σχετικά με τις βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες συνέπειες και τις πολυοργανικές επιπτώσεις της νόσου, ακόμη και μεταξύ των νεφρολόγων ενήλικων ασθενών.
Κατά τη γνώμη μας, ένας νεφρολόγος ενηλίκων ή ένας ιατρός ειδικευμένος σε θέματα μεταβολισμού με ειδική εμπειρία στην κυστίνωση θα πρέπει να τεθεί επικεφαλής και να είναι ο βασικός κλινικός συντονιστής στη φροντίδα αυτών των ασθενών, ιδανικά σε ένα κέντρο Εμπειρογνωμοσύνης, όπου υπάρχει μια διεπιστημονική ομάδα υγειονομικού προσωπικού με εμπειρία στη διαχείριση αυτών των ασθενών.3 Αυτό θα διασφαλίσει ότι θα παρακολουθούνται επαρκώς οι πρακτικές στρατηγικές διαχείρισης, όπως τα βέλτιστα σχήματα δοσολογίας, που περιλαμβάνουν την παρακολούθηση των επιπέδων κυστίνης των λευκοκυττάρων (WBC), τη βελτίωση της συμμόρφωσης στη θεραπεία, καθώς και την ευαισθητοποίηση σχετικά με τις μακροπρόθεσμες συνέπειες και τη θεραπεία της νόσου στα διάφορα συστήματα οργάνων.2, 4 Μπορεί, επίσης, να συμμετέχουν και άλλες ειδικότητες υγειονομικής περίθαλψης, για παράδειγμα για την παροχή εκπαίδευσης και υποστήριξης μετά τη μεταμόσχευση ή για τη βελτιστοποίηση της μακροχρόνιας συμμόρφωσης των ασθενών. Σημειώνουμε, ωστόσο, ότι η δομή της διεπιστημονικής ομάδας θα διαφέρει ανάλογα με την περίπτωση, το νοσοκομείο και τη χώρα.
Είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οι νέοι ενήλικες με κυστίνωση μεταβαίνουν από την παιδιατρική περίθαλψη στην περίθαλψη ενηλίκων μέσω μιας επίσημης υπηρεσίας μετάβασης στην ενήλικη περίθαλψη, ώστε να διασφαλιστούν τα βέλτιστα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα.5
Βιβλιογραφικές αναφορές:
- Ariceta, G., Giordano, V. & Santos, F. Effects of long-term cysteamine treatment in patients with cystinosis. Pediatr Nephrol 34, 571–578 (2019).
- Elmonem, M. A. et al. Cystinosis: a review. Orphanet J Rare Dis 11, 47 (2016).
- Levtchenko, E. et al. Expert guidance on the multidisciplinary management of cystinosis in adolescent and adult patients. Clinical Kidney Journal, 2022, vol. 15, no. 9, 1675–1684. https:/doi.org/10.1093/ckj/sfac099.
- Ariceta, G. et al. Cystinosis in adult and adolescent patients: Recommendations for the comprehensive care of cystinosis. Nefrologia 35, 304–321 (2015).
- Ariceta, G. et al. A coordinated transition model for patients with cystinosis: from pediatrics to adult care. Nefrologia 36, 616–630 (2016).
Συνίσταται τον ορισμό ενός επικεφαλής ιατρού για τον συντονισμό της φροντίδας των πολύπλοκων ζητημάτων που αντιμετωπίζουν οι ασθενείς με κυστίνωση.1 Ο επικεφαλής αυτός μπορεί να είναι ένας νεφρολόγος ή ένας ιατρός ειδικευμένος σε θέματα μεταβολισμού. Απαιτείται να συμμετέχουν αρκετοί άλλοι ειδικευμένοι ιατροί της διεπιστημονικής ομάδας στη φροντίδα των ενηλίκων ασθενών με κυστίνωση:1,2
Νεφρολόγος
Συνίσταται ένας νεφρολόγος να είναι αναπόσπαστο κομμάτι στη φροντίδα αυτής της πάθησης. Η συχνότητα επανεξέτασης θα ποικίλει ανάλογα με τις ανάγκες του ασθενούς και θα κυμαίνεται από 2 φορές/έτος ή και περισσότερο, εφόσον απαιτείται.1
Ιατρός ειδικευμένος σε θέματα μεταβολισμού
Ένας ιατρός ειδικευμένος σε θέματα μεταβολισμού μπορεί να ηγηθεί της φροντίδας ενός ενήλικου ασθενούς με κυστίνωση σε συνδυασμό με τον νεφρολόγο,3 με ιδιαίτερη προσοχή στις ενδοκρινικές λειτουργίες, με υποχρεωτική επανεξέταση τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο ή συχνότερα ανάλογα με τις ανάγκες. Ορισμένοι εμπειρογνώμονες πιστεύουν ότι οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται από έναν ιατρό ειδικευμένο σε θέματα μεταβολισμού ή έναν ενδοκρινολόγο για τις λειτουργίες του θυρεοειδούς και τον διαβήτη4 με συχνότητα μία ή δύο φορές τον χρόνο, ανάλογα με τα εκάστοτε κέντρα και συστήματα υγειονομικής περίθαλψης.1
Οφθαλμίατρος
Συνιστούμε ο ασθενής με κυστίνωση να εξετάζεται από οφθαλμίατρο ετησίως ή συχνότερα, εάν απαιτείται.1
Ειδικευμένος νοσηλευτής νεφρολογίας
Ορισμένοι ειδικοί συνεργάζονται στενά με έναν ειδικευμένο νοσηλευτή νεφρολογίας και συστήνουν ότι θα πρέπει να είναι πάντα παρών για να βοηθά στον συντονισμό και σε ερωτήματα του ασθενούς και να προσφέρει υποστήριξη.5 Ωστόσο, αναγνωρίζουμε ότι αυτή η δυνατότητα δεν προσφέρεται από όλα τα κέντρα και τα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης.
Καρδιολογική αναφορά
Οι ασθενείς με χρόνια νεφροπάθεια θα πρέπει να συμβουλεύονται και καρδιολόγο.1
Νευρολόγος
Συνίσταται μια ετήσια επίσκεψη για κλινική αξιολόγηση σε ενήλικες ασθενείς, με πρόσθετες κλινικές εξετάσεις ανάλογα με τις ανάγκες, όπως απαιτείται.1
Ασθενής/γονέας/φροντιστής
Ο ίδιος ο ασθενής έχει κεντρικό ρόλο σε κάθε συζήτηση και η οικογένεια/οι φίλοι/οι φροντιστές θα πρέπει, επίσης, να θεωρούνται μέρος της ομάδας, ώστε να συμμετέχουν στις συζητήσεις και τις αποφάσεις σχετικά με τη φροντίδα τους με τη συγκατάθεση του ασθενούς.6
Περισσότερες συστάσεις
Συνίσταται ότι ο ασθενής θα πρέπει, επίσης, να λάβει διατροφική υποστήριξη για την αξιολόγηση της διατροφικής του κατάστασης (ειδικά εάν ο ασθενής παρουσιάζει απώλεια βάρους, έχει σακχαρώδη διαβήτη ή/και νεφρική ανεπάρκεια).1 Καθώς περίπου το 30% των ενήλικων ασθενών θα παρουσιάσουν αναπνευστικά προβλήματα, μπορεί να χρειαστεί υποστήριξη από πνευμονολόγο.1 Θα συνιστούσαμε, επίσης, την παρακολούθηση στους τομείς της ψυχολογίας, της νευρολογίας, της ομιλίας και της γλώσσας, της εργοθεραπείας και την αναφορά σε κοινωνικές υπηρεσίες.1 Τέλος, η καλή επικοινωνία και δικτύωση μεταξύ του τοπικού νοσοκομείου και του ειδικευμένου κέντρου είναι ζωτικής σημασίας, καθώς οι ασθενείς μπορεί να χρειαστεί να διανύουν μεγάλες αποστάσεις για να μεταβούν στο εξειδικευμένο κέντρο.
Βιβλιογραφικές αναφορές:
- Levtchenko, E. et al. Expert guidance on the multidisciplinary management of cystinosis in adolescent and adult patients. Clinical Kidney Journal, 2022, vol. 15, no. 9, 1675–1684. https:/doi.org/10.1093/ckj/sfac099.
- Ariceta, G. et al. Cystinosis in adult and adolescent patients: Recommendations for the comprehensive care of cystinosis. Nefrologia 35, 304–321 (2015).
- Hohenfellner, K. et al. Management of bone disease in cystinosis: Statement from an international conference. J Inherit Metab Dis 42, 1019–1029 (2019).
- Vantyghem, M.-C. et al. Endocrine manifestations related to inherited metabolic diseases in adults. Orphanet J Rare Dis 7, 11 (2012).
- Ariceta, G. et al. A coordinated transition model for patients with cystinosis: from pediatrics to adult care. Nefrologia 36, 616–630 (2016).
- Doyle, M. & Werner-Lin, A. Family Strategies for Living with Rare Disease: The Experience of Cystinosis. Journal of the Society for Social Work and Research 7, 547–567 (2016).
Για γυναίκες και άνδρες ασθενείς
Για γυναίκες ασθενείς
Οι γυναίκες ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι η πιθανότητα να μείνουν έγκυες, συμπεριλαμβανομένης της πιθανότητας επιτυχούς έκβασης της εγκυμοσύνης, εξαρτάται από τη νεφρική τους υγεία.1 Οι γυναίκες ασθενείς με κυστίνωση εξακολουθούν να είναι γόνιμες. Η γυναίκα ασθενής θα πρέπει να γνωρίζει ότι θα χρειαστεί να διακόψει τη θεραπεία μείωσης της των επιπέδων της κυστίνης μετά την επιβεβαίωση της εγκυμοσύνης, προκειμένου να αποφευχθεί η έκθεση του εμβρύου σε θεραπεία μείωσης της κυστίνης.1 Υπάρχει έλλειψη στοιχείων σχετικά με τη θεραπεία μείωσης της κυστίνης και τον θηλασμό και, συνεπώς, η θεραπεία μείωσης της κυστίνης θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.1 Τέλος, οι συμβουλές και η συζήτηση θα πρέπει να προσαρμόζονται ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία της κάθε γυναίκας ασθενούς, σύμφωνα με τη Χρόνια Νεφρική Νόσο (ΧΝΝ) και τις συμβουλές μετά τη μεταμόσχευση.
Για άνδρες ασθενείς
Οι άνδρες ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι, αν και προηγουμένως θεωρούνταν στείροι, εάν επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά με δικό τους σπέρμα, οι τεχνικές in vitro γονιμοποίησης με ενδοκυτταροπλασματική ένεση σπέρματος, μπορεί να είναι μια επιλογή.2,3 Επιπλέον, για ορισμένα άτομα θα μπορούσε να είναι μια επιλογή η πιθανή διατήρηση γενετικού υλικού σε τράπεζα σπέρματος4 Συνιστούμε αυτή η επιλογή να εξετάζεται σε πρώιμο στάδιο για επιλεγμένους ασθενείς που επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά.5 Σε ένα μικρό ποσοστό ασθενών που δεν έχουν πλήρη αζωοσπερμία, το σπέρμα μπορεί να συλλεχθεί μέσω βιοψίας όρχεων ή επιδιδυμίδας ή από εκσπερμάτωση.2 Θα συνιστούσαμε, επίσης, τη συμμετοχή συναδέλφων από άλλες ειδικότητες, όπως η ενδοκρινολογία ή η μαιευτική και η γυναικολογία, για να προσφέρουν περαιτέρω υποστήριξη και συμβουλές.5
Βιβλιογραφικές αναφορές:
- Blakey, H., Proudfoot-Jones, J., Knox, E. & Lipkin, G. Pregnancy in women with cystinosis. Clinical kidney journal 12, 855–858 (2019).
- Besouw, M. T. P., Kremer, J. A. M., Janssen, M. C. H. & Levtchenko, E. N. Fertility status in male cystinosis patients treated with cysteamine. Fertil Steril 93, 1880–1883 (2010).
- Veys, K. R. et al. First Successful Conception Induced by a Male Cystinosis Patient. JIMD Rep 38, 1–6 (2018).
- Rohayem, J. et al. Testicular function in males with infantile nephropathic cystinosis. Hum Reprod 36, 1191–1204 (2021).
- Levtchenko, E. et al. Expert guidance on the multidisciplinary management of cystinosis in adolescent and adult patients. Clinical Kidney Journal, 2022, vol. 15, no. 9, 1675–1684. https:/doi.org/10.1093/ckj/sfac099.
Με βάση τις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες και τα διαθέσιμα στοιχεία, συνιστούμε την παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας και της εξέλιξης της νόσου ανάλογα με την κατάσταση του κάθε ασθενούς.1–4 Εκτός από την παρακολούθηση των επιπέδων κυστίνης των λευκοκυττάρων (WBC), συνιστούμε συγκεκριμένες απαιτήσεις παρακολούθησης για διαφορετικά σενάρια ασθενών με βάση την κλινική μας εμπειρία, ως εξής:
1. Για ασθενείς με σύνδρομο Fanconi
Συνιστούμε τη χρήση κατάλληλων συμπληρωμάτων ηλεκτρολυτών για την αντιμετώπιση της οξέωσης, της χρόνιας υποκαλιαιμίας, της υποφωσφαταιμίας και της καρνιτίνης, εάν χρειάζεται. Δεν συνιστούμε τη χρήση της ινδομεθακίνης σε ενήλικες.1,2
2. Για ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση
Και οι δύο τρόποι αιμοκάθαρσης είναι κατάλληλοι ανάλογα με την ιατρική και κοινωνική κατάσταση του ασθενούς. Για τους ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, συνιστούμε την προσαρμογή των ηλεκτρολυτών υπερδιήθησης και αιμοκάθαρσης ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε ασθενούς.1
Συνιστάται η προσαρμογή της υπερδιήθησης και η παρακολούθηση των επιπέδων καλίου και φωσφόρου με ανάλογη προσαρμογή του συμπληρώματος. Συνιστούμε να ενημερώνονται οι εν λόγω ασθενείς ότι η μεταμόσχευση είναι η βέλτιστη θεραπευτική επιλογή, εφόσον είναι εφικτή.1,3
3. Για ασθενείς πριν από τη μεταμόσχευση νεφρού
Συνιστούμε να ακολουθείτε τις τρέχουσες συστάσεις της KDIGO πριν από τη μεταμόσχευση5 για την παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας σε αυτούς τους ασθενείς.
Για ασθενείς με ΧΝΝ πριν από τη μεταμόσχευση: προτείνουμε στενή παρακολούθηση της κρεατινίνης ορού για τον υπολογισμό των τιμών eGFR για την παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας. Η κρεατινίνη ορού μπορεί να μην αντικατοπτρίζει σωστά τη νεφρική λειτουργία στους ασθενείς με αποδυνάμωση των μυών. Για τους ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου (ESRD), προτείνουμε την προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων καλίου και φωσφόρου και την προσαρμογή των συμπληρωμάτων για τον έλεγχο της οξέωσης και της παραθορμόνης (PTH).1
4. Για ασθενείς μετά από μεταμόσχευση νεφρού
Συνιστούμε να ακολουθείτε τις τρέχουσες συστάσεις της KDIGO για την παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας μετά τη μεταμόσχευση5 με την προσθήκη της παρακολούθησης των επιπέδων κυστίνης των λευκοκυττάρων (WBC) σε αυτούς τους ασθενείς. Θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην πολυουρία αμέσως μετά τη μεταμόσχευση.
Συνιστούμε την έναρξη της θεραπείας μείωσης της κυστίνης (CDT) το συντομότερο δυνατό, μόλις ο ασθενής μπορέσει να λάβει φάρμακα από του στόματος. Ενδέχεται να απαιτείται πρόσθετη συμπλήρωση ηλεκτρολυτών. Συνιστούμε, επίσης, ανεπιφύλακτα οι ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση να εκπαιδεύονται σχετικά με τα μακροπρόθεσμα οφέλη της συμμόρφωσης τόσο στα θεραπευτικά σχήματα μείωσης της κυστίνης (CDT) όσο και στα ανοσοκατασταλτικά θεραπευτικά σχήματα.1
Βιβλιογραφικές αναφορές:
- Levtchenko, E. et al. Expert guidance on the multidisciplinary management of cystinosis in adolescent and adult patients. Clinical Kidney Journal, 2022, vol. 15, no. 9, 1675–1684. https:/doi.org/10.1093/ckj/sfac099.
- Langman, C. B. et al. Controversies and research agenda in nephropathic cystinosis: conclusions from a ‘Kidney Disease: Improving Global Outcomes’ (KDIGO) Controversies Conference. Kidney Int 89, 1192–1203 (2016).
- Emma, F. et al. Nephropathic cystinosis: an international consensus document. Nephrol Dial Transplant 29 Suppl 4, iv87-94 (2014).
- Ariceta, G. et al. Cystinosis in adult and adolescent patients: Recommendations for the comprehensive care of cystinosis. Nefrologia 35, 304–321 (2015).
- Chadban, S. J. et al. KDIGO Clinical Practice Guideline on the Evaluation and Management of Candidates for Kidney Transplantation. Transplantation 104, S11–S103 (2020).
Με βάση την κλινική μας εμπειρία, συνιστούμε να γίνεται τακτική αξιολόγηση της δύναμης των άπω μυών και έλεγχος της κινητικής λειτουργίας και της μνήμης σε κάθε επίσκεψη του ασθενούς, μαζί με κατευθυνόμενη συζήτηση γύρω από πιθανές νευρολογικές ενδείξεις και συμπτώματα.1
Ειδικά για το κεντρικό νευρικό σύστημα: συνιστάται η διενέργεια κλινικής εξέτασης και η παρακολούθηση οποιουδήποτε ιστορικού κεφαλαλγίας που διερευνάται ως ενδοκρανιακή υπέρταση. Απαιτούνται, επίσης, τακτικές οφθαλμολογικές εξετάσεις ώστε να αποκλείεται το ενδεχόμενο ψευδοόγκου εγκεφάλου.2 Θα πρέπει να διερευνηθεί η παρουσία πυραμιδικών ή παρεγκεφαλιδικών συνδρόμων, βραδυκινησίας και άλλων εστιακών χαρακτηριστικών που υποδηλώνουν εγκεφαλικό επεισόδιο. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η δοκιμασία MMSE για την αξιολόγηση πιθανών γνωστικών ελαττωμάτων. Μπορεί να πραγματοποιηθεί μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου για την αναζήτηση εγκεφαλικής ατροφίας, ανωμαλιών στο σήμα της λευκής ουσίας ή ισχαιμικών βλαβών. Οι ασβεστοποιήσεις μπορούν να παρατηρηθούν με αξονική τομογραφία.1-3
Στο περιφερικό νευρικό σύστημα: συνιστούμε τη χρήση κλίμακας αξιολόγησης για την αξιολόγηση και την παρακολούθηση ενδείξεων και συμπτωμάτων σε χρόνιες μυϊκές διαταραχές.
Για να εκτιμηθεί ο αντίκτυπος στις νευρογνωσιακές λειτουργίες: συνιστούμε το MMSE να χρησιμοποιείται για τη νευρογνωσιακή αξιολόγηση, ιδιαίτερα εάν υπάρχει κάποιο σχετικό παράπονο από τους ασθενείς, όπως χαμηλές επιδόσεις στο σχολείο, οπτικο-χωρικά προβλήματα ή προβλήματα συμπεριφοράς. Η αξιολόγηση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον την αξιολόγηση των οπτικών-χωρικών ικανοτήτων, του οπτικού-κινητικού συντονισμού και την αξιολόγηση της βραχυπρόθεσμης μνήμης.1,4
Συνιστάται τακτική διαβούλευση με την ομάδα νευρολογίας, προκειμένου να επισημάνει και να προτείνει πού απαιτείται περαιτέρω νευρολογική αξιολόγηση και για να συνεχιστεί η παρακολούθηση. Περαιτέρω αξιολογήσεις μπορεί να περιλαμβάνουν τα εξής:
- Δοκιμασία κατάποσης5
- MMSE6
- MFM7
- 6-λεπτη δοκιμασία βάδισης8
- Μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου9
- ENMG10
Ωστόσο, αναγνωρίζουμε ότι η συχνότητα της νευρολογικής αξιολόγησης θα διαφέρει από κέντρο σε κέντρο και από χώρα σε χώρα.
Βιβλιογραφικές αναφορές:
- Levtchenko, E. et al. Expert guidance on the multidisciplinary management of cystinosis in adolescent and adult patients. Clinical Kidney Journal, 2022, vol. 15, no. 9, 1675–1684. https:/doi.org/10.1093/ckj/sfac099.
- Behdad, B., Bagheri, A., Tavakoli, M. & Pakravan, M. Association of Nephropathic Cystinosis and Pseudotumor Cerebri with Bilateral Duane Syndrome Type I. Neuroophthalmology 38, 74–77 (2014).
- Ariceta, G. et al. Cystinosis in adult and adolescent patients: Recommendations for the comprehensive care of cystinosis. Nefrologia 35, 304–321 (2015).
- Besouw, M. T. P. et al. Neurocognitive functioning in school-aged cystinosis patients. J Inherit Metab Dis 33, 787–793 (2010).
- Huckabee, M.-L. et al. The Test of Masticating and Swallowing Solids (TOMASS): reliability, validity and international normative data. International Journal of Language & Communication Disorders 53, 144–156 (2018).
- Myrberg, K., Hydén, L.-C. & Samuelsson, C. The mini-mental state examination (MMSE) from a language perspective: an analysis of test interaction. Clin Linguist Phon 34, 652–670 (2020).
- de Lattre, C. et al. Motor function measure: validation of a short form for young children with neuromuscular diseases. Arch Phys Med Rehabil 94, 2218–2226 (2013).
- Enright, P. L. The six-minute walk test. Respir Care 48, 783–785 (2003).
- Trauner, D. A. et al. Neurological impairment in nephropathic cystinosis: motor coordination deficits. Pediatr Nephrol 25, 2061–2066 (2010).
- Mansukhani, K. A. & Doshi, B. H. Interpretation of electroneuromyographic studies in diseases of neuromuscular junction and myopathies. Neurol India 56, 339–347 (2008).
Επιπλέον, και με βάση την κλινική μας εμπειρία, συστήνουμε οι επαγγελματίες υγείας να ακολουθούν τις συστάσεις των συναδέλφων ειδικών στη νευρολογία και τον λόγο και τη γλώσσα όταν ζητούν νευρολογικές εξετάσεις, όπως το ENMG και η βιντεοακτινοσκόπηση για την κατάποση, καθώς και στον καθορισμό της συχνότητας αξιολόγησης.1–3
- Μπορεί να πραγματοποιηθεί ηλεκτρονευρομυογράφημα (ENMG):
- Κατά την έναρξη της μελέτης, όταν εμφανίζονται ενδείξεις μυϊκής αδυναμίας και απώλειας1
- Ως μέρος νευρολογικής εξέτασης1
- Όχι ως μέρος της συνήθους παρακολούθησης, αλλά για τη διαφοροποίηση της συμμετοχής των μυών ή των περιφερικών νεύρων1,3
- Κατάποση:
- Τα προβλήματα κατάποσης μπορούν να εκτιμηθούν καλύτερα με μια δοκιμασία κατάποσης και με βιντεακτινοσκόπηση2
- Μπορεί να χρησιμοποιηθεί η δοκιμασία μάσησης και κατάποσης στερεών (TOMASS)4
- Κατάποση 100 ml νερού, μέτρηση της διάρκειας της κατάποσης (υπάρχει πνιγμός;)
- Προσφέρετε ένα μπισκότο (τυποποιημένο, 5 cm2), λέγοντας: «Σας παρακαλώ, φάτε αυτό το μπισκότο όσο πιο γρήγορα μπορείτε»
- Μετά το φαγητό, ο ασθενής καλείται να πει το όνομά του (αξιολόγηση φωνής)
- Ανάλυση και βαθμολόγηση: βιντεοσκόπηση, αριθμός δαγκωμάτων, κινήσεις μάσησης, κινήσεις κατάποσης, συνολική διάρκεια φαγητού
- Η βιντεοακτινοσκόπηση παρέχει μια κινούμενη εικόνα της κατάποσης σε πραγματικό χρόνο
Για κλινικές μυϊκές δοκιμασίες, μπορούν να χρησιμοποιηθούν κλίμακες αξιολόγησης (π.χ. η κλίμακα μυών του Συμβουλίου Ιατρικής Έρευνας [MRC]) για την ανίχνευση αδυναμίας και απώλειας απομακρυσμένων μυών.2 Εναλλακτικά, η κλίμακα αξιολόγησης κινητικής λειτουργίας Motor Function Measure (MFM) ή η 6-λεπτη δοκιμασία βάδισης (6 Minute-Walking-Test) μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ακριβή παρακολούθηση της σοβαρότητας και της εξέλιξης της κινητικής λειτουργίας σε νευρομυϊκή νόσο.5,6
Το ENMG μπορεί, επίσης, να εκτελεστεί για την παρακολούθηση του μυογενούς συνδρόμου. Δεν συνιστούμε την αξιολόγηση ρουτίνας για την κινάση της κρεατίνης ορού και τις βιοψίες μυών ως μέρος της τακτικής νευρομυϊκής παρακολούθησης. Δεν θα πρέπει να διενεργείται βιοψία μυών σε όλους τους ασθενείς, καθώς είναι επεμβατική και θα πρέπει να διενεργείται μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις για συγκεκριμένες ενδείξεις.1
Συνήθως, οι ενδείξεις/συμπτώματα της εμφάνισης της συμμετοχής των μυών στην κυστίνωση είναι η αδυναμία και η απώλεια των απομακρυσμένων μυών στα άνω και κάτω άκρα. Οι δυσκολίες στην κατάποση και η στοματική δυσλειτουργία τείνουν να εμφανίζονται αργότερα.7 Η παρακολούθηση των ασθενών για μυϊκή συμμετοχή είναι αποκλειστικά κλινική.
Δεδομένου ότι η φύση των ιστολογικών βλαβών στην κυστίνωση είναι ήδη γνωστή (κενοτοπιώδης μυοπάθεια), υπάρχει περιορισμένη αξία στην απόκτηση τέτοιων ιστολογικών πληροφοριών από τον ασθενή. Δεν συνιστούμε τη διενέργεια βιοψίας μυών κατά τη διάρκεια της συνήθους παρακολούθησης των ασθενών.1
Συνιστούμε τη διενέργεια ENMG κατά την έναρξη θεραπείας. Ο ασθενής θα πρέπει να λαμβάνει τακτική κλινική παρακολούθηση σε ετήσια βάση.1
Κατά τη λήψη ιστορικού με κάθε ασθενή, συνιστούμε να αξιολογούνται οι δυσκολίες που αναφέρουν οι ασθενείς με τη μάσηση, την αναρρόφηση, τη δυσφαγία, την περίσσεια σιέλου, την απώλεια βάρους, τα γεύματα μεγάλης διάρκειας και τα αναπνευστικά συμπτώματα, συμπεριλαμβανομένης της λοίμωξης.1
Με βάση το αναφερόμενο ιστορικό, προτείνουμε ειδικές εξετάσεις όπως: ιδανικά βιντεοακτινοσκόπηση κατάποσης (εάν υπάρχει) ή ενδοσκοπική αξιολόγηση της κατάποσης με οπτικές ίνες.1
Βιβλιογραφικές αναφορές:
- Levtchenko, E. et al. Expert guidance on the multidisciplinary management of cystinosis in adolescent and adult patients. Clinical Kidney Journal, 2022, vol. 15, no. 9, 1675–1684. https:/doi.org/10.1093/ckj/sfac099.
- Ariceta, G. et al. Cystinosis in adult and adolescent patients: Recommendations for the comprehensive care of cystinosis. Nefrologia 35, 304–321 (2015).
- Mansukhani, K. A. & Doshi, B. H. Interpretation of electroneuromyographic studies in diseases of neuromuscular junction and myopathies. Neurol India 56, 339–347 (2008).
- Huckabee, M.-L. et al. The Test of Masticating and Swallowing Solids (TOMASS): reliability, validity and international normative data. International Journal of Language & Communication Disorders 53, 144–156 (2018).
- de Lattre, C. et al. Motor function measure: validation of a short form for young children with neuromuscular diseases. Arch Phys Med Rehabil 94, 2218–2226 (2013).
- Enright, P. L. The six-minute walk test. Respir Care 48, 783–785 (2003).
- Elmonem, M. A. et al. Cystinosis: a review. Orphanet J Rare Dis 11, 47 (2016).
Για το πρόσθιο τμήμα:
Η αξιολόγηση θα πρέπει να περιλαμβάνει φωτοφοβία, δοκιμή οπτικής οξύτητας, εξέταση με σχισμοειδή λυχνία για εναποθέσεις ουσιών στον κερατοειδή χιτώνα/νεοαγγείωση/κερατοπάθεια και ενδοφθάλμια πίεση (ΕΟΠ).1
Για το οπίσθιο τμήμα:
Παρά τα συμπτώματα της φωτοφοβίας, η βυθοσκόπηση με διεσταλμένη κόρη συνιστάται προκειμένου να διερευνήσει κρυστάλλους, ιδιαίτερα στην επιφάνεια του αμφιβληστροειδούς, αποχρωματισμό, χρωστικές επιθηλιακές αλλοιώσεις, αγγειακό σύστημα που έχει προσβληθεί.
Σημειώνουμε ότι, αν και η in vivo συνεστιακή µικροσκοπία είναι ανώτερη τεχνική απεικόνισης, δεν είναι ευρέως διαθέσιμη εκτός εξειδικευμένων κέντρων.2 Ωστόσο, πολλά οφθαλμολογικά κέντρα είναι εξοπλισμένα με OCT πρόσθιου τμήματος για την εκτίμηση της έκτασης της διείσδυσης των κρυστάλλων στον κερατοειδή. Τέλος, συστήνουμε ότι οι αλλαγές στη βαθμολογία κυστίνωσης του κερατοειδούς (βαθμολογία Gahl) και της φωτοφοβίας μπορεί να είναι χρήσιμες για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης του ασθενούς με το σχήμα των οφθαλμικών σταγόνων κυστεαμίνης.3,4
Παράπονα που σχετίζονται με ξηροφθαλμία είναι συχνά και μπορούν να βελτιωθούν με τη χρήση ενυδατικών οφθαλμικών σταγόνων.
Βιβλιογραφικές αναφορές:
- Pinxten, A.-M. et al. Clinical Practice: A Proposed Standardized Ophthalmological Assessment for Patients with Cystinosis. Ophthalmol Ther 6, 93–104 (2017).
- Levtchenko, E. et al. Expert guidance on the multidisciplinary management of cystinosis in adolescent and adult patients. Clinical Kidney Journal, 2022, vol. 15, no. 9, 1675–1684. https:/doi.org/10.1093/ckj/sfac099.
- Liang, H., Baudouin, C., Tahiri Joutei Hassani, R., Brignole-Baudouin, F. & Labbe, A. Photophobia and corneal crystal density in nephropathic cystinosis: an in vivo confocal microscopy and anterior-segment optical coherence tomography study. Invest Ophthalmol Vis Sci 56, 3218–3225 (2015).
- Gahl, W. A., Kuehl, E. M., Iwata, F., Lindblad, A. & Kaiser-Kupfer, M. I. Corneal Crystals in Nephropathic Cystinosis: Natural History and Treatment with Cysteamine Eyedrops. Molecular Genetics and Metabolism 71, 100–120 (2000).
Συνιστούμε την παρακολούθηση και τη διαχείριση των διαταραχών του ενδοκρινικού συστήματος ως εξής:
Υποθυρεοειδισμός1,2
- Συνήθης σε ενήλικες
- Έλεγχος κάθε 6 μήνες από νεαρή ηλικία με τις εξετάσεις λειτουργίας του θυρεοειδούς για ολική θυροξίνη (FT3, T4) και θυρεοτρόπο ορμόνη (TSH)
- Μπορεί να απαιτείται συμπλήρωμα θυρεοειδούς
Σακχαρώδης διαβήτης1,2
- Συχνός σε ενήλικες, ειδικά μετά από μεταμόσχευση
- Το σάκχαρο του αίματος θα πρέπει να ελέγχεται σε κάθε επίσκεψη, ιδανικά κάθε 3-6 μήνες. Μπορεί να είναι απαραίτητο να τροποποιηθούν τα ανοσοκατασταλτικά σχήματα με αναστολείς της καλσινευρίνης (CNI) σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση ή να γίνει έναρξη θεραπείας με ινσουλίνη
Υπογοναδισμός1,2
- Ο υπογοναδισμός αποτελεί σημαντικό πρόβλημα, ιδίως στους έφηβους άνδρες, και οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλη συμβουλευτική γονιμότητας
- Η θεραπεία υποκατάστασης τεστοστερόνης δύναται να χρησιμοποιηθεί για την αποκατάσταση των δευτερογενών σεξουαλικών χαρακτηριστικών σε έφηβους άνδρες ασθενείς και, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, σε ορισμένα άτομα για τη βελτίωση της ανάπτυξης και του τελικού ύψους (μετά από καθοδήγηση ειδικού)
- Είναι σημαντικό τα αγόρια να εξετάζονται τακτικά, σε περίπτωση που απαιτείται θεραπεία υποκατάστασης τεστοστερόνης, όπως όταν η εφηβεία καθυστερεί. Εφόσον κριθεί σκόπιμο, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο συζήτησης για την κρυοσυντήρηση σπέρματος
Βιβλιογραφικές αναφορές:
- Levtchenko, E. et al. Expert guidance on the multidisciplinary management of cystinosis in adolescent and adult patients. Clinical Kidney Journal, 2022, vol. 15, no. 9, 1675–1684. https:/doi.org/10.1093/ckj/sfac099.
- Ariceta, G. et al. Cystinosis in adult and adolescent patients: Recommendations for the comprehensive care of cystinosis. Nefrologia 35, 304–321 (2015).
Οι κλινικές συστάσεις αναπτύχθηκαν μέσω μιας μεθόδου quasi-Delphi με σκοπό την επίτευξη συναίνεσης ως εξής: Μια συντονιστική επιτροπή (SC) από 6 ειδικούς σε διεθνές επίπεδο που θεραπεύουν ασθενείς με σπάνια διαμέσοσωληναριακα νοσήματα νεφρών, συμπεριλαμβανομένης της κυστίνωσης, συνεδρίασε μαζί με την Chiesi Farmaceutici και συμφώνησε ότι υπήρχε ανάγκη αναθεώρησης των υφιστάμενων κατευθυντήριων οδηγιών για την παροχή πρακτικών συμβουλών, με σκοπό τη βελτίωση των κλινικών αποτελεσμάτων για τους εφήβους και τους ενήλικες που ζουν με τις πολυοργανικές επιπτώσεις της κυστίνωσης.2
Η συντονιστική επιτροπή προσδιόρισε έναν κατάλογο 15 βασικών ερωτημάτων σχετικά με πρακτικές στρατηγικές για την προώθηση της διαχείρισης των ασθενών με αυτήν τη σπάνια ασθένεια.
Μια πρόσθετη ομάδα 8 ειδικών σε διεθνές επίπεδο (εμπειρογνώμονες) κλήθηκε να συμμετάσχει στη διαδικασία, απαντώντας στις ερωτήσεις που αναπτύχθηκαν μέσω μιας διαδικτυακής ψηφιακής πλατφόρμας. Κάθε συμμετέχων είχε τη δυνατότητα να επανεξετάσει όλα τα σχόλια και να ανεβάσει τα υποστηρικτικά δημοσιευμένα στοιχεία, όπου αυτά ήταν διαθέσιμα. Οι ενοποιημένες απαντήσεις που προέκυψαν συνοψίστηκαν σε συστάσεις και εξετάστηκαν από τη συντονιστική επιτροπή. Στη συνέχεια, οι εμπειρογνώμονες κλήθηκαν να συμφωνήσουν/διαφωνήσουν με το σχέδιο κλινικών συστάσεων και να ψηφίσουν για την τελική διατύπωση της κλινικής σύστασης. (Δείτε τον αλγόριθμο που ακολουθεί για τη βήμα προς βήμα προσέγγιση που ακολουθήθηκε).2
Όπου υπήρχε διαφωνία με τη διατύπωση του σχεδίου, τα μέλη της συντονιστικής επιτροπής εξέτασαν τα σχόλια και έκαναν τις απαραίτητες αλλαγές στη δήλωση προς ικανοποίηση και συμφωνία των μελών.
Διαδικασία βήμα προς βήμα:2

Βιβλιογραφικές αναφορές:
- Hasson, F., Keeney, S. & Mckenna, H. Research guidelines for the Delphi Survey Technique. Journal of advanced nursing 32, 1008–15 (2000).
- Levtchenko, E. et al. Expert guidance on the multidisciplinary management of cystinosis in adolescent and adult patients. Clinical Kidney Journal, 2022, vol. 15, no. 9, 1675–1684. https:/doi.org/10.1093/ckj/sfac099.
Με βάση την κλινική μας εμπειρία συνιστούμε να προσφέρονται οι ακόλουθες συμβουλές και υποστήριξη σχετικά με τον οικογενειακό προγραμματισμό σε ασθενείς με κυστίνωση που μπορεί να επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά.1
Βιβλιογραφικές αναφορές:
- Levtchenko, E. et al. Expert guidance on the multidisciplinary management of cystinosis in adolescent and adult patients. Clinical Kidney Journal, 2022, vol. 15, no. 9, 1675–1684. https:/doi.org/10.1093/ckj/sfac099.
Θα πρέπει να ενθαρρύνεται η τακτική άσκηση, με πρόσβαση σε φυσιοθεραπεία, για να υποστηριχθεί η πιθανή απώλεια μυϊκής μάζας και οι σκελετικές παραμορφώσεις. Έχει ήδη περιγραφεί μια ειδική αντιμετώπιση των επιδράσεων της οστικής νόσου σε ασθενείς με κυστίνωση. Αυτή περιλαμβάνει τη θεραπεία αντικατάστασης φωσφορικού άλατος, όξινου ανθρακικού/κιτρικού άλατος και βιταμίνης D για τη ραχίτιδα και τη θεραπεία με ανασυνδυασμένη ανθρώπινη αυξητική ορμόνη (rHGH) για μικρό ανάστημα.1,2 Επιπλέον, και με βάση την κλινική μας εμπειρία, συστήνουμε οι επαγγελματίες υγείας να ακολουθούν τις συστάσεις των συναδέλφων ειδικών στη νευρολογία και τον λόγο και τη γλώσσα όταν ζητούν νευρολογικές εξετάσεις, όπως το ENMG και η βιντεοανασκόπηση για την κατάποση, καθώς και στον καθορισμό της συχνότητας αξιολόγησης.1,3,4
Βιβλιογραφικές αναφορές:
- Ariceta, G. et al. Cystinosis in adult and adolescent patients: Recommendations for the comprehensive care of cystinosis. Nefrologia 35, 304–321 (2015).
- Hohenfellner, K. et al. Management of bone disease in cystinosis: Statement from an international conference. J Inherit Metab Dis 42, 1019–1029 (2019).
- Levtchenko, E. et al. Expert guidance on the multidisciplinary management of cystinosis in adolescent and adult patients. Clinical Kidney Journal, 2022, vol. 15, no. 9, 1675–1684. https:/doi.org/10.1093/ckj/sfac099.
- Mansukhani, K. A. & Doshi, B. H. Interpretation of electroneuromyographic studies in diseases of neuromuscular junction and myopathies. Neurol India 56, 339–347 (2008).
Με βάση την κλινική μας εμπειρία, συνιστούμε στους επαγγελματίες υγείας να συνεργάζονται με έναν οφθαλμίατρο, ιδανικά με εμπειρία στην κυστίνωση, ώστε να παρακολουθείται η οφθαλμική επίδραση της νόσου σε όλες τις οφθαλμικές δομές.1 Η συχνότητα της οφθαλμικής αξιολόγησης θα πρέπει να ορίζεται ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε ασθενούς και την κατάσταση των οφθαλμών του: συνήθως κάθε 6 μήνες έως μία φορά τον χρόνο, αλλά ενίοτε κάθε 3 μήνες.2
Συστήνουμε μια οφθαλμολογική αξιολόγηση να περιλαμβάνει κατ' ελάχιστον την εξέταση των οφθαλμών με ψηφιακές εικόνες από μια σχισμοειδή λυχνία και φωτογραφία βυθού, ώστε να επιτρέπει την παρακολούθηση των αλλαγών με την πάροδο του χρόνου.1 Η πλήρης οφθαλμολογική εξέταση θα πρέπει να περιλαμβάνει το πρόσθιο και οπίσθιο τμήμα, σε συνδυασμό με συμπληρωματικές εξετάσεις (όπως τομογραφία οπτικής συνοχής πρόσθιου τμήματος ή/και οπίσθιου τμήματος [OCT]), ή και το οπτικό πεδίο, εάν κριθεί απαραίτητο.2
Βιβλιογραφικές αναφορές:
- Levtchenko, E. et al. Expert guidance on the multidisciplinary management of cystinosis in adolescent and adult patients. Clinical Kidney Journal, 2022, vol. 15, no. 9, 1675–1684. https:/doi.org/10.1093/ckj/sfac099.
- Pinxten, A.-M. et al. Clinical Practice: A Proposed Standardized Ophthalmological Assessment for Patients with Cystinosis. Ophthalmol Ther 6, 93–104 (2017).
Συστήνουμε να ακολουθείτε τις τρέχουσες οδηγίες για τους ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση και μετά τη μεταμόσχευση για τις καρδιολογικές εξετάσεις και τις εξετάσεις αναπνευστικής λειτουργίας σε όλους τους ασθενείς με κυστίνωση, τόσο συμπτωματικούς όσο και ασυμπτωματικούς.1,2 Απαιτείται βέλτιστη διαχείριση της αρτηριακής πίεσης, καθώς πολλοί ασθενείς γίνονται υπερτασικοί με την πάροδο του χρόνου.2
Καθώς υπάρχει πιθανότητα εμπλοκής των μεσοσπονδύλιων μυών στην κυστίνωση, συνιστούμε την πραγματοποίηση εξετάσεων σπιρομέτρησης και την παραπομπή σε εξειδικευμένο ιατρό, εάν παρατηρηθεί δύσπνοια ή αποφρακτική πνευμονοπάθεια.1
Βιβλιογραφικές αναφορές:
- Levtchenko, E. et al. Expert guidance on the multidisciplinary management of cystinosis in adolescent and adult patients. Clinical Kidney Journal, 2022, vol. 15, no. 9, 1675–1684. https:/doi.org/10.1093/ckj/sfac099.
- Ariceta, G. et al. Cystinosis in adult and adolescent patients: Recommendations for the comprehensive care of cystinosis. Nefrologia 35, 304–321 (2015).
Από την κλινική μας εμπειρία, ο υποθυρεοειδισμός είναι η πιο κοινή ενδοκρινική διαταραχή που συναντάται σε ασθενείς με κυστίνωση.1,2 Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι, επίσης, συχνός σε ενήλικες ασθενείς, ιδιαίτερα μετά τη μεταμόσχευση και μπορεί, επίσης, να παρατηρηθεί υπογοναδισμός, ιδιαίτερα σε άνδρες ασθενείς.2
Βιβλιογραφικές αναφορές:
- Levtchenko, E. et al. Expert guidance on the multidisciplinary management of cystinosis in adolescent and adult patients. Clinical Kidney Journal, 2022, vol. 15, no. 9, 1675–1684. https:/doi.org/10.1093/ckj/sfac099.
- Ariceta, G. et al. Cystinosis in adult and adolescent patients: Recommendations for the comprehensive care of cystinosis. Nefrologia 35, 304–321 (2015).
Δεδομένου ότι αυτές οι επιπλοκές είναι λιγότερο συχνές στους ενήλικες ασθενείς με κυστίνωση, συνιστούμε ότι αρκούν οι ετήσιες εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας (LFT), καθώς και για τα ένζυμα αμυλάσης και παγκρέατος, για την παρακολούθηση των συμπτωμάτων στο γαστρεντερικό (GI) και ηπατικό σύστημα.1,2
Εάν υπάρχει εμφανής ηπατομεγαλία ή σπληνομεγαλία, συνιστούμε τη χρήση υπερήχων σε συνδυασμό με LFT σε συνεργασία με τους γαστρεντερολόγους συναδέλφους.1
Σημειώνουμε, επίσης, ότι πολλές γαστρεντερικές παρενέργειες, όπως η καούρα, μπορεί να σχετίζονται με τη θεραπεία που πρέπει να λάβει ο ασθενής, π.χ. θεραπεία μείωσης της κυστίνης (CDT), συμπληρώματα όξινου ανθρακικού/κιτρικού καλίου.1
Βιβλιογραφικές αναφορές:
- Levtchenko, E. et al. Expert guidance on the multidisciplinary management of cystinosis in adolescent and adult patients. Clinical Kidney Journal, 2022, vol. 15, no. 9, 1675–1684. https:/doi.org/10.1093/ckj/sfac099.
- Topaloglu, R. et al. Cystinosis beyond kidneys: gastrointestinal system and muscle involvement. BMC Gastroenterology 20, 242 (2020).
Συνιστούμε να εκτελείται ετήσια εξέταση του δέρματος, ειδικά στους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση.1 Η εξέταση του δέρματος μπορεί εύκολα να πραγματοποιηθεί σε μια επίσκεψη σε εξωτερικό ιατρείο. Σημειώνουμε, επίσης, ότι οι αλλαγές που αφορούν την κυστίνωση, όπως οι δερματικές ραβδώσεις και τα οιδήματα (πορφυρές αλλοιώσεις στο γόνατο ή στον αγκώνα), αποτελούν μια πρώτη ένδειξη υπερδοσολογίας με θεραπεία εξάντλησης κυστίνης (CDT) και απαιτούν άμεση προσοχή, που δεν πρέπει να καθυστερήσει μέχρι την επόμενη ετήσια αξιολόγηση.1,2
Η χρήση αντηλιακού, με δείκτη προστασίας από τον ήλιο τουλάχιστον (SPF) 50, ως μέρος μιας στρατηγικής προστασίας από τον ήλιο, είναι ιδιαίτερα σημαντική για τους ασθενείς μετά από μεταμόσχευση νεφρού.3 Ωστόσο, συνιστούμε τη χρήση αντηλιακού υψηλής προστασίας ως προληπτικό μέτρο κατά του καρκίνου του δέρματος για όλους τους ασθενείς με κυστίνωση.1
Βιβλιογραφικές αναφορές:
- Levtchenko, E. et al. Expert guidance on the multidisciplinary management of cystinosis in adolescent and adult patients. Clinical Kidney Journal, 2022, vol. 15, no. 9, 1675–1684. https:/doi.org/10.1093/ckj/sfac099.
- Elmonem, M. A. et al. Cystinosis: a review. Orphanet J Rare Dis 11, 47 (2016).
- Ulrich, C., Degen, A., Patel, M. J. & Stockfleth, E. Sunscreens in organ transplant patients. Nephrology Dialysis Transplantation 23, 1805–1808 (2008).
Κατά την κλινική μας γνώμη, η οδοντιατρική υγεία επηρεάζεται σε ασθενείς με κυστίνωση και συστήνουμε τακτική και αυστηρή στοματική υγιεινή και τακτικούς οδοντιατρικούς ελέγχους σε όλους τους ασθενείς.1
Τα ελαττώματα στο σμάλτο και η τερηδόνα είναι κοινά προβλήματα που οφείλονται στην οξέωση που σχετίζεται με τη νόσο, στη ραχίτιδα και την επίδραση της ΧΝΝ στα οστά, καθώς και στις μεγάλες δόσεις καλίου, κιτρικού και όξινου ανθρακικού συμπληρώματος που απαιτείται από τους ασθενείς.2
Βιβλιογραφικές αναφορές:
- Levtchenko, E. et al. Expert guidance on the multidisciplinary management of cystinosis in adolescent and adult patients. Clinical Kidney Journal, 2022, vol. 15, no. 9, 1675–1684. https:/doi.org/10.1093/ckj/sfac099.
- Bassim, C. et al. Craniofacial and Dental Findings in Cystinosis. Oral Dis 16, 488–495 (2010).
Στην κλινική μας εμπειρία, για ασθενείς με μια σπάνια, χρόνια και σοβαρή νόσο, όπως η κυστίνωση, απαιτείται μια διεπιστημονική ομαδική προσέγγιση στην κλινική διαχείριση και μια πολύπλευρη στρατηγική ψυχολογικής και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης. Αυτές θα πρέπει να συντονίζονται μέσω του καθορισμένου συντονιστή κλινικής φροντίδας, όπως ο νεφρολόγος ενηλίκων.1
Ορισμένοι ασθενείς επωφελούνται από ομάδες υποστήριξης ασθενών, όμως άλλοι μπορεί να προτιμούν τα διαδικτυακά φόρουμ, ιδιαίτερα εάν χρειάζεται να ταξιδεύουν μεγάλες αποστάσεις σε εξειδικευμένα κέντρα. Η οικογένεια και το ευρύτερο δίκτυο στήριξης του ασθενούς θα πρέπει, επίσης, να συμμετέχουν, όπου είναι δυνατόν.
Με βάση την εμπειρία με πιο συχνές ασθένειες, π.χ. τον διαβήτη τύπου 1, διάφορες προσεγγίσεις μπορούν να υποστηρίξουν τη συμμόρφωση και την ποιότητα ζωής των ασθενών.2
Βασικά στοιχεία είναι:
- Μια πολυεπαγγελματική ομαδική προσέγγιση, όπου όλα τα μέλη είναι εξοικειωμένα με όλες τις πτυχές της νόσου
- Καθορισμός και παρακολούθηση κοινών στόχων και καλή επικοινωνία
- Συμμετοχή φίλων και συγγενών του ασθενούς και παροχή συνεχούς εκπαίδευσης και ψυχολογικής υποστήριξης
- Διαθεσιμότητα ομάδων ασθενών
- Ειδική ψυχολογική υποστήριξη για την αντιμετώπιση όλων των πτυχών που σχετίζονται με τη φαρμακευτική αγωγή, την κακοσμία του στόματος, τις πρώιμες επιπλοκές, τους μακροχρόνιους κινδύνους, την ψυχοκοινωνική ένταξη, το άγχος, την κατάθλιψη, την εξουθένωση, τον στιγματισμό, τις συστημικές ανωμαλίες όψιμης έναρξης, την εργασία, τις διαπροσωπικές σχέσεις, τις ασφάλειες, τα νομικά ζητήματα και τις μακροχρόνιες αναπηρίες.
Τα μέλη της ψυχοκοινωνικής ομάδας θα πρέπει να εκπαιδεύονται και να έχουν εμπειρία στη φροντίδα και υποστήριξη ασθενών με σοβαρές χρόνιες παθήσεις. Επιπλέον, χρειάζονται μια βαθιά κατανόηση της τρέχουσας θεραπείας και των επιπτώσεών της στην καθημερινή ζωή.1
Υπάρχουν αρκετές επικυρωμένες εξετάσεις ελέγχου διαθέσιμες για την παρακολούθηση της ψυχολογικής ευημερίας ασθενών με χρόνια νόσο. Πολλές έχουν, επίσης, μεταφραστεί σε διαφορετικές γλώσσες:
- Συνεντεύξεις για παροχή κινήτρων3
- Προληπτικός έλεγχος για ευεξία, κατάθλιψη, άγχος4-6
- Προληπτικός έλεγχος για την ποιότητα ζωής ανάλογα με τη νόσο7
- Προληπτικός έλεγχος για τη γενικότερη ποιότητα ζωής8
Η κυστίνωση είναι γνωστό ότι έχει αντίκτυπο σε διάφορες ψυχοκοινωνικές πτυχές για τους ασθενείς:
- Υψηλός επιπολασμός της κατάθλιψης και του άγχους9
- Στιγματισμός λόγω του μικρού αναστήματος και της κακοσμίας του στόματος — Συνέπεια: κοινωνικό άγχος και μειωμένη κοινωνική ένταξη9
- Δυσκολίες στην επίλυση τυπικών αναπτυξιακών διαδικασιών νεαρών ενηλίκων (μετακόμιση από το πατρικό σπίτι, αυτονομία, οικονομική ανεξαρτησία, δημιουργία σχέσεων)9
Αυτοί οι παράγοντες μπορούν όλοι να έχουν αρνητικό αντίκτυπο στη συμμόρφωση στη θεραπεία και στην ποιότητα ζωής (QoL) για τους ασθενείς.9,10
Υπάρχουν πολλοί χρήσιμοι πόροι για την υποστήριξη ενηλίκων ασθενών με κυστίνωση:
- Εκπαίδευση σχετικά με τις πρακτικές πτυχές της θεραπείας στην καθημερινή ζωή (όχι επιστημονική συζήτηση, αλλά ανταλλαγή εμπειριών και δεξιοτήτων κατάρτισης, π.χ. πώς να μιλούν για την ασθένεια, οι παρενέργειες της φαρμακευτικής αγωγής, οι υπενθυμίσεις για τη φαρμακευτική αγωγή, η αυτονομία από γονείς, το πανεπιστήμιο, η επαγγελματική ζωή, τα νομικά δικαιώματα, πώς να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις σχετικά με τη φροντίδα τους)10
- Δομημένο μεταβατικό πρόγραμμα11
- Τακτικός έλεγχος για χαμηλή QoL, μειωμένη ευεξία. [Ερωτηματολόγιο Υγείας Ασθενών (PHQ), Νοσοκομειακή Κλίμακα Άγχους και Κατάθλιψης (HADS) ή Δείκτης Ευεξίας 5 Σημείων του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO-5)],4-6 αν και δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί κάποιο ερωτηματολόγιο ειδικά για τη νόσο (για την κυστίνωση)
- Ψυχολογική υποστήριξη για την αντιμετώπιση της δυσφορίας, άγχους/κατάθλιψης, εξάρτησης από βοήθεια, ιδεών για την κοινωνική και επαγγελματική ένταξη που αφορούν την ασθένεια9
- Κοινοποίηση εμπειριών σε ιστοσελίδες, ομάδες συνομιλίας για ασθενείς — βέβαια, δεν θέλει κάθε άτομο με κυστίνωση να είναι μέλος αυτής της κοινότητας1
- Ενδυνάμωση των ασθενών μέσω επικοινωνίας με επίκεντρο τον ασθενή (συνεντεύξεις για παροχή κινήτρων), πιθανώς με τη μορφή διαδικτυακής παρέμβασης.12
Οι γραπτές πληροφορίες και πηγές για τους ασθενείς στη διεύθυνση https://cystinosis.org/ είναι πολύ χρήσιμες και ενθαρρυντικές. Επίσης, το ευρωπαϊκό δίκτυο κυστίνωσης στη διεύθυνση http://cystinosis-europe.eu μπορεί να κατευθύνει τους ασθενείς σε πληροφορίες συγκεκριμένα για τη χώρα τους.
Βιβλιογραφικές αναφορές:
- Levtchenko, E. et al. Expert guidance on the multidisciplinary management of cystinosis in adolescent and adult patients. Clinical Kidney Journal, 2022, vol. 15, no. 9, 1675–1684. https:/doi.org/10.1093/ckj/sfac099.
- Cameron, F. et al. Lessons from the Hvidoere International Study Group on childhood diabetes: be dogmatic about outcome and flexible in approach. Pediatric diabetes (2013) doi:10.1111/pedi.12036.
- Schaefer, M. R. & Kavookjian, J. The impact of motivational interviewing on adherence and symptom severity in adolescents and young adults with chronic illness: A systematic review. Patient Education and Counseling 100, 2190–2199 (2017).
- Ford, J., Thomas, F., Byng, R. & McCabe, R. Use of the Patient Health Questionnaire (PHQ-9) in Practice: Interactions between patients and physicians. Qual Health Res 30, 2146–2159 (2020).
- Hospital Anxiety and Depression Scale (HADS) (https://www.svri.org/sites/default/files/attachments/2016-01-13/HADS.pdf - Τελευταία πρόσβαση Ιούλιος 2021).
- The WHO-5 website (https://www.psykiatri-regionh.dk/who-5/Pages/default.aspx - Τελευταία πρόσβαση Ιούλιος 2021).
- Ware, J. E., Gandek, B. & Allison, J. The Validity of Disease-specific Quality of Life Attributions Among Adults with Multiple Chronic Conditions. Int J Stat Med Res 5, 17–40 (2016).
- Németh, G. Health related quality of life outcome instruments. Eur Spine J 15 Suppl 1, S44-51 (2006).
- Beinart, N., Hackett, R. A., Graham, C. D., Weinman, J. & Ostermann, M. Mood and illness experiences of adults with cystinosis. Ren Fail 37, 835–839 (2015).
- Doyle, M. & Werner-Lin, A. Family Strategies for Living with Rare Disease: The Experience of Cystinosis. Journal of the Society for Social Work and Research 7, 547–567 (2016).
- Cameron, F. J., Garvey, K., Hood, K. K., Acerini, C. L. & Codner, E. ISPAD Clinical Practice Consensus Guidelines 2018: Diabetes in adolescence. Pediatric Diabetes 19, 250–261 (2018).
- Lansing, A. H., Stanger, C., Budney, A., Christiano, A. S. & Casella, S. J. Pilot Study of a Web-Delivered Multicomponent Intervention for Rural Teens with Poorly Controlled Type 1 Diabetes. Journal of Diabetes Research 2016, e7485613 (2016).
Σύμφωνα με την κλινική μας εμπειρία, οι ασθενείς με κυστίνωση τείνουν να έχουν χαμηλή όρεξη, επομένως ο διατροφικός περιορισμός δεν είναι απαραίτητος, εκτός εάν ο ασθενής έχει σακχαρώδη διαβήτη, ΧΝΝ ή ESRD, για τα οποία πρέπει να ακολουθεί σχετικές οδηγίες. Η διατροφή και ο τρόπος ζωής, συμπεριλαμβανομένης της τακτικής σωματικής δραστηριότητας, είναι, επίσης, ιδιαίτερα σημαντικά για τους ασθενείς μετά από μεταμόσχευση.2
Είναι σημαντικό να υπάρχει μια καλή σχέση και να γίνεται μια ειλικρινής συζήτηση με τους ασθενείς σχετικά με το πώς η διατροφή και ο τρόπος ζωής επηρεάζουν τις μακροπρόθεσμες εκβάσεις τους. Συνιστούμε να τονίζεται στον ασθενή η σημασία μιας ισορροπημένης διατροφής, με βέλτιστη διατροφή και ενυδάτωση (και αυτά να συνδέονται με τα αποτελέσματα των εξετάσεων αίματος) σε κάθε επίσκεψη.1,3
Συστήνουμε να παρέχονται διατροφικές συμβουλές και θεραπεία σε συνεργασία με ειδικό διαιτολόγο, όταν απαιτείται.1,4 Εάν γίνει επισήμανση ή υπάρξει υποψία για κάποιο πρόβλημα, οι ασθενείς θα πρέπει να ενθαρρύνονται να παρέχουν το διατροφικό ιστορικό τους σε κάθε συνάντηση και η διατροφή τους να παρακολουθείται με εργαστηριακές εξετάσεις. Θα πρέπει να καθοριστούν κοινοί στόχοι και θα πρέπει να αναγνωρίζονται οι προσπάθειες του ασθενούς σε αυτές τις επισκέψεις.
Βιβλιογραφικές αναφορές:
- Levtchenko, E. et al. Expert guidance on the multidisciplinary management of cystinosis in adolescent and adult patients. Clinical Kidney Journal, 2022, vol. 15, no. 9, 1675–1684. https:/doi.org/10.1093/ckj/sfac099.
- Bellizzi, V., Cupisti, A., Capitanini, A., Calella, P. & D’Alessandro, C. Physical Activity and Renal Transplantation. KBR 39, 212–219 (2014).
- Emma, F. et al. Nephropathic cystinosis: an international consensus document. Nephrol Dial Transplant 29 Suppl 4, iv87-94 (2014).
- Ariceta, G. et al. Cystinosis in adult and adolescent patients: Recommendations for the comprehensive care of cystinosis. Nefrologia 35, 304–321 (2015).
Βιβλιογραφικές αναφορές:
- Levtchenko, E. et al. Expert guidance on the multidisciplinary management of cystinosis in adolescent and adult patients. Clinical Kidney Journal, 2022, vol. 15, no. 9, 1675–1684. https:/doi.org/10.1093/ckj/sfac099.
- Ariceta, G. et al. A coordinated transition model for patients with cystinosis: from pediatrics to adult care. Nefrologia 36, 616–630 (2016).
Ευχαριστίες
Οι συγγραφείς αναγνωρίζουν με ευγνωμοσύνη τις συμβουλές και την καθοδήγηση που παρείχαν οι εξωτερικοί εμπειρογνώμονες Δρ Cyril Goizet και Δρ Graham Lipkin. Οι συγγραφείς ευχαριστούν ιδιαιτέρως το Cystinosis Network Europe (CNE), στη διεύθυνση http://cystinosis-europe.eu, για τη διορατική αναθεώρηση του παρόντος εγγράφου. Το CNE δεν έλαβε καμία αμοιβή ή πληρωμή για την παρούσα αναθεώρηση. Η υποστήριξη της ιατρικής συγγραφής παρασχέθηκε από τη Vivid Medical Communications, μέλους του ομίλου Lucid.
Ημερομηνία σύνταξης: Σεπτέμβριος 2021.
ALL_21_057.
Ασθενής & Φροντιστής: Σχετικά με τα προϊόντα της Chiesi, σε περίπτωση που επιθυμείτε να αναφέρετε μία πραγματική ή πιθανή ανεπιθύμητη ενέργεια, απευθυνθείτε στον/στην ιατρό σας και ζητήστε του/της να υποβάλει τη σχετική αναφορά στο εθνικό σύστημα αναφοράς στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΟΦ), σύμφωνα με τις απαιτήσεις Φαρμακοεπαγρύπνησης που ισχύουν. Παράλληλα, υπενθυμίζουμε ότι κάθε ασθενής δύναται να αναφέρει κάθε τέτοια περίπτωση απευθείας στο εθνικό σύστημα αναφοράς. Ως αποτέλεσμα των υποχρεώσεων Φαρμακοεπαγρύπνησης σε περίπτωση που επιθυμείτε να αναφέρετε οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με την ασφάλεια των προϊόντων της Εταιρείας, για πραγματική ή πιθανή ανεπιθύμητη ενέργεια μπορείτε να απευθυνθείτε στο τμήμα Φαρμακοεπαγρύπνησης της Εταιρείας (email: : pharmacovigilance.gr@chiesi.com τηλ.: 2106179763). Εναλλακτικά, οι οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να αναφερθούν μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΟΦ).
Για Παρόχους Υγειονομικών Υπηρεσιών: Σε περίπτωση που σας γνωστοποιηθεί μία πραγματική ή πιθανή ανεπιθύμητη ενέργεια του φαρμάκου και επιθυμείτε να την αναφέρετε, υποβάλετε τη σχετική αναφορά στο εθνικό σύστημα αναφοράς στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΟΦ), σύμφωνα με τις απαιτήσεις της νομοθεσίας αναφορικά με την φαρμακοεπαγρύπνηση. Ως αποτέλεσμα των υποχρεώσεων Φαρμακοεπαγρύπνησης σε περίπτωση που επιθυμείτε να αναφέρετε οποιαδήποτε πληροφορία λαμβάνεται σχετικά με την ασφάλεια των προϊόντων της Εταιρείας, για πραγματική ή πιθανή ανεπιθύμητη ενέργεια μπορείτε να απευθυνθείτε στο τμήμα Φαρμακοεπαγρύπνησης της Εταιρείας (email: : pharmacovigilance.gr@chiesi.com τηλ.: 2106179763). Εναλλακτικά, οι οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να αναφερθούν μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΟΦ).
Ως αποτέλεσμα των υποχρεώσεων Φαρμακοεπαγρύπνησης σε περίπτωση που επιθυμείτε να αναφέρετε οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με την ασφάλεια των προϊόντων της Εταιρείας, για πραγματική ή πιθανή ανεπιθύμητη ενέργεια μπορείτε να απευθυνθείτε στο τμήμα Φαρμακοεπαγρύπνησης της Εταιρείας (email: pharmacovigilance.gr@chiesi.com τηλ.: 2106179763). Εναλλακτικά, οι οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να αναφερθούν μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΟΦ).